σέμπχα

και σάμπχα, η, Ν
(γεωμορφ.) αλατούχο πεδίο ή βύθισμα καλυμμένο με λεπτό στρώμα αλατιού που απαντά, συνήθως, κατά μήκος τών ακτών τής βόρειας Αφρικής και τής Σαουδικής Αραβίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sebkha / sabkha < αραβ. sabkhah «ρηχή λίμνη»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Λιβύη — I Αγία της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαρτύρησε με ξίφος. Η μνήμη της τιμάται στις 25 Ιουνίου. II Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν κόρη του Έπαφου, βασιλιά της Αιγύπτου. Έπειτα από δεσμό της με τον Ποσειδώνα απέκτησε τον Λέλεγα,… …   Dictionary of Greek

  • Φεζάν — (η αρχαία Φαζανία). Ιστορική περιοχή της Λιβύης, της οποίας αποτέλεσε από το 1951, έτος της ανεξαρτησίας της χώρας, μέχρι το 1963, όταν εφαρμόστηκε το νέο σύνταγμα της Λιβύης, μια από τις τρεις ομόσπονδες ενότητες μαζί με την Τριπολίτιδα και την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.